Η αποθήκευση ενέργειας αποτελεί πλέον διεθνώς αναγνωρισμένη βασική υποδομή ενός σύγχρονου και αποδοτικού ηλεκτρικού συστήματος. Η εμπειρία ώριμων αγορών καταδεικνύει ότι χωρίς λειτουργικά συστήματα αποθήκευσης δεν μπορεί να επιτευχθεί υψηλή διείσδυση Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, περιορισμός της μεταβλητότητας των τιμών και μείωση του συνολικού κόστους του συστήματος. Υπό αυτό το πρίσμα, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει μια εμφανή ασυμμετρία μεταξύ θεσμικής προόδου και πραγματικής λειτουργίας της αγοράς.
Τα τελευταία έτη, η ελληνική Πολιτεία έχει προχωρήσει στη νομοθέτηση δύο βασικών κατηγοριών έργων αποθήκευσης. Αφενός, περίπου 900 MW έργων BESS έχουν ενταχθεί σε διαγωνιστικές διαδικασίες με επενδυτική και λειτουργική ενίσχυση. Αφετέρου, έχει θεσμοθετηθεί η δυνατότητα ανάπτυξης περίπου 4.700 MW έργων αποθήκευσης που προορίζονται να λειτουργήσουν υπό αμιγώς εμπορικούς όρους (merchant). Παράλληλα, η Ρυθμιστική Αρχή έχει δεχθεί δεκάδες χιλιάδες αιτήσεις για έργα αποθήκευσης, γεγονός που σε θεωρητικό επίπεδο υποδηλώνει έντονη κινητικότητα και ενδιαφέρον.
Ωστόσο, η ουσιαστική εικόνα της αγοράς αποκλίνει σημαντικά από αυτή την ποσοτική αποτύπωση. Παρά τον μεγάλο αριθμό αδειών, αιτήσεων και θεσμικών παρεμβάσεων, μέχρι σήμερα κανένα έργο αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας δεν έχει ολοκληρωθεί και τεθεί σε πλήρη εμπορική λειτουργία στο ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα. Η αποθήκευση, αν και θεσμικά αναγνωρισμένη, παραμένει λειτουργικά απούσα.
Η αιτία δεν εντοπίζεται σε τεχνολογικούς περιορισμούς ούτε σε έλλειψη επενδυτικού ενδιαφέροντος. Το κρίσιμο πρόβλημα αφορά τη μετάβαση από το αδειοδοτικό και νομοθετικό επίπεδο στη φάση της πραγματικής συμμετοχής των έργων στις αγορές ενέργειας και εξισορρόπησης. Το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μεταβατικές ρυθμίσεις, ελλιπή ορισμό ρόλων και ασαφή κατανομή κινδύνων. Ιδίως, η απουσία πλήρως λειτουργικού και σαφώς καθορισμένου πλαισίου για Φορέα Σωρευτικής Εκπροσώπησης μονάδων αποθήκευσης δημιουργεί ουσιαστικά ανυπέρβλητα εμπόδια στη σταθερή και προβλέψιμη εμπορική λειτουργία των έργων BESS. Τα εμπορικά μοντέλα που συζητούνται — είτε πρόκειται για συμβάσεις tolling, είτε για σχήματα floor & profit sharing, είτε για πλήρως merchant λειτουργία — δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί σε ένα ρυθμιστικό περιβάλλον που να θεωρείται τραπεζικά αποδεκτό και χρηματοδοτήσιμο.
Το πλέον ενδεικτικό στοιχείο της παρούσας κατάστασης είναι η στάση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σήμερα, καμία ελληνική τράπεζα δεν χρηματοδοτεί έργα αποθήκευσης ενέργειας μεγάλης κλίμακας. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί σε συγκυριακούς λόγους, αλλά συνιστά σαφή ένδειξη ότι η αγορά, υπό το ισχύον καθεστώς, δεν αξιολογείται ως επαρκώς προβλέψιμη και βιώσιμη. Στον ενεργειακό τομέα, η απουσία τραπεζικής χρηματοδότησης αποτελεί διαχρονικά έναν από τους πιο αξιόπιστους δείκτες δομικού ρίσκου. Παρ’ όλα αυτά, η παράμετρος αυτή δεν φαίνεται να λαμβάνεται επαρκώς υπόψη στον δημόσιο σχεδιασμό πολιτικής.
Η λειτουργική απουσία της αποθήκευσης έχει άμεσες και μετρήσιμες επιπτώσεις στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Κατά τις ώρες υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ, παρατηρείται αυξανόμενη απαξίωση ή περικοπή παραγόμενης ενέργειας, ενώ κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες το σύστημα εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από θερμικές μονάδες φυσικού αερίου. Το αποτέλεσμα είναι έντονες αιχμές τιμών και αυξημένη μεταβλητότητα, με άμεσες επιπτώσεις στο συνολικό κόστος του συστήματος και, τελικά, στους καταναλωτές και τη βιομηχανία. Η αποθήκευση θα μπορούσε να λειτουργήσει εξισορροπητικά, μειώνοντας το κόστος εξισορρόπησης και περιορίζοντας την ανάγκη ενεργοποίησης ακριβών μονάδων αιχμής. Όσο όμως παραμένει εκτός λειτουργίας, η υφιστάμενη στρέβλωση αναπαράγεται.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται σαφές ότι η παράταση του φαινομένου έλλειψης λειτουργικής αποθήκευσης δημιουργεί συγκεκριμένες οικονομικές και επιχειρηματικές δυναμικές. Από τη μία πλευρά, παράγει έντονη αβεβαιότητα για χιλιάδες μικρομεσαίους επενδυτές, κυρίως φωτοβολταϊκών έργων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν αυξανόμενες περικοπές παραγωγής χρόνο με τον χρόνο. Η αβεβαιότητα αυτή υπονομεύει τη βιωσιμότητα των επενδύσεων και οδηγεί μέρος της αγοράς σε αναζήτηση εξόδου μέσω πώλησης έργων υπό πίεση. Από την άλλη πλευρά, η απουσία αποθήκευσης συμβάλλει στη διατήρηση υψηλών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά, ιδίως κατά τις ώρες αιχμής, όπου η τιμολόγηση επηρεάζεται καθοριστικά από το κόστος του φυσικού αερίου.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η καθυστέρηση της λειτουργικής ενεργοποίησης της αποθήκευσης δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως τεχνική ή διοικητική υστέρηση. Συνιστά παράγοντα διατήρησης μιας δομικά στρεβλής αγοράς, στην οποία η έλλειψη ευελιξίας μεταφράζεται σε αβεβαιότητα για τους μικρούς και μεσαίους επενδυτές και σε διαρκή πίεση τιμών για το σύνολο της οικονομίας.
Η αποθήκευση ενέργειας δεν αποτελεί πολυτέλεια ούτε συμπληρωματική τεχνολογία. Είναι βασική υποδομή για την οικονομική αποδοτικότητα του συστήματος, την ενεργειακή ασφάλεια και την ομαλή μετάβαση σε ένα ενεργειακό μείγμα υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν απαιτούνται περισσότερες άδειες ή περαιτέρω νομοθετικές παρεμβάσεις, αλλά γιατί — παρά τη θεσμική αναγνώριση και τον όγκο των εξαγγελιών — μια απολύτως αναγκαία αγορά εξακολουθεί να μην λειτουργεί στην πράξη.
Dr. Kostis Daniilidis
CEO – Survey Digital Photovoltaics
Ph.D Engineer
πηγή: Survey Digital Photovoltaics

