Αρχική / ΓΕΝΙΚΑ / Γ. Παναγής: Αναγκαίο για την ενεργειακή μετάβαση όλο το φάσμα των επενδυτών σε ΑΠΕ

Γ. Παναγής: Αναγκαίο για την ενεργειακή μετάβαση όλο το φάσμα των επενδυτών σε ΑΠΕ

«Κλειδί» για την απελευθέρωση ηλεκτρικού χώρου στο δίκτυο διανομής είναι η επέκταση των υφιστάμενων υποσταθμών του ΔΕΔΔΗΕ, με το σχετικό κόστος να μετακυλίεται στους παραγωγούς ΑΠΕ, σημειώνει στη συνέντευξή του στο World Energy News και στο δημοσιογράφο Κώστα Δεληγιάννη ο πρόεδρος του ΔΣ της ΠΟΣΠΗΕΦ, Γιάννης Παναγής.

Η εκπλήρωση των στόχων του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) είναι – και θα πρέπει να συνεχίσει να είναι – υπόθεση όλων των επιμέρους επενδυτικών δυνάμεων, μικρών, μεσαίων και μεγάλων, που συμμετέχουν στην ελληνική ενεργειακή αγορά, σημειώνει στη συνέντευξή του ο κ. Παναγής,  Έτσι, είναι απαραίτητο η Πολιτεία να διαφυλάξει τη δυνατότητα της μικρομεσαίας επιχειρηματικής κοινότητας να συμμετάσχει στο νέο κύκλο επενδύσεων στις ΑΠΕ, όπως έγινε με την πρόσφατη ρύθμιση του ΥΠΕΝ για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών σε γη υψηλής παραγωγικότητας,

Αναφερόμενος στις μεγάλες καθυστερήσεις για τη χορήγηση οριστικών όρων σύνδεσης από τον ΔΕΔΔΗΕ, ο κ. Παναγής υπουγραμμίζει ότι θα μπορούσε να διασφαλισθεί η ταχύτερη ταχύτερη διεκπεραίωση των αιτημάτων με την πρόσληψη εποχικού προσωπικού ή οι αναθέσεις σε ιδιώτες μελετητές. Μάλιστα, εκτιμά πως η έλλειψη προσωπικού στον ΔΕΔΔΗΕ, έχει παίξει σημαντικότερο ρόλο στις καθυστερήσεις, συγκριτικά με τη χρονική προτεραιότητα των ενεργειακών κοινοτήτων, η οποία, όπως προσθέτει, ήταν σε κάποιο βαθμό άδικη, όχι τόσο για τους φωτοβολταϊκούς παραγωγούς, αλλά για τους φορείς άλλων τεχνολογιών.

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΟΣΠΗΕΦ, για να συνεχίσει να είναι εφικτή η πρόσβαση των μικρομεσαίων επενδυτών στο ενεργειακό γίγνεσθαι, θα πρέπει κατά πρώτο λόγο να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οριστικοποιείται η τιμή αναφοράς ενός φωτοβολταϊκού πάρκου. Επίσης, είναι ζωτική ανάγκη να προχωρήσει αμέσως ο ΔΕΔΔΗΕ στην επέκταση των υφιστάμενων υποσταθμών του, με την τοποθέτηση ενός μετασχηματιστή.

Αναλυτικά, η συνέντευξη του κ. Γιάννη Παναγή στον κ. Κώστα Δεληγιάννη έχει ως εξής:

Σύμφωνα με το ΕΣΕΚ, το 2030 η εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών στη χώρα μας θα αγγίζει τα 7,7 GW. Κατά τη γνώμη σας, ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στην επίτευξη αυτού του στόχου;
Οι μικρομεσαίοι φωτοβολταϊκοί παραγωγοί, οι οποίοι εκπροσωπούνται σε συντριπτικό ποσοστό από την ΠΟΣΠΗΕΦ και τους κατά τόπους συλλόγους της δύναμής της ανά την Ελλάδα, έχουν να επιτελέσουν σημαντικό ρόλο, όσον αφορά στην επιτυχία του ΕΣΕΚ.
Κατά πρώτο λόγο, μπορούν να διαφυλάξουν – και διαφυλάσσουν– τις συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού και απρόσκοπτης λειτουργίας της ενεργειακής αγοράς, έναντι των μεγάλων «παικτών», που μπορεί να θελήσουν να επιβάλλουν τους δικούς τους, μονομερείς όρους.
Κατά δεύτερο λόγο, μπορούν να εγγυηθούν – μέσω της επενδυτικής δράσης τους και των εύλογων διεκδικήσεών τους – την τήρηση, αλλά και τη βελτίωση των ενεργειακών και περιβαλλοντικών κανόνων που θεσπίζει η Πολιτεία, ενόψει του 2030.
Έτσι, για παράδειγμα, η σύνδεση περισσότερων μικρομεσαίων φωτοβολταϊκών παραγωγών στο επεκτεινόμενο δίκτυο διανομής θα μπορούσε να αποτρέψει το ενδεχόμενο μεγάλοι επενδυτές να επιδιώξουν τη θέσπιση ad hoc ρυθμίσεων, ώστε να κατασκευάσουν τους δικούς τους υποσταθμούς με προϋποθέσεις που οι ίδιοι θα ήθελαν να καθορίσουν.
Από κάθε άποψη, πάντως, η εκπλήρωση των στόχων του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) είναι – και θα πρέπει να συνεχίσει να είναι – υπόθεση όλων των επιμέρους επενδυτικών δυνάμεων, μικρών, μεσαίων και μεγάλων, που συμμετέχουν στην ελληνική ενεργειακή αγορά.
Συμπερασματικά, θα ήθελα να τονίσω ότι δεν είναι απλώς δικαίωμα, αλλά και «υποχρέωση» της μικρομεσαίας επιχειρηματικής κοινότητας να συμμετάσχει στο νέο κύκλο επενδύσεων σε φωτοβολταϊκά έργα. Θεωρούμε δε ότι η κυβέρνηση πρέπει να πράξει ό,τι μπορεί, για να ενισχύσει την απρόσκοπτη πρόσβαση των μικρομεσαίων επενδυτών. Ο ήλιος είναι για όλους.

Πιστεύετε ότι το όριο του 1 MW, που προβλέπεται στη ρύθμιση του ΥΠΕΝ για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε γη υψηλής παραγωγικότητας, συντελεί ακριβώς στην ενίσχυση της μικρής και διεσπαρμένης παραγωγής;

Η πρόσφατη υπουργική απόφαση συμβάλλει, πράγματι, στην τόνωση της μικρομεσαίας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέσω φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, αποτρέποντας τη συγκέντρωση μεγάλων μονάδων σε αγροτικές εκτάσεις που έχουν χαρακτηριστεί ως γη υψηλής παραγωγικότητας.

Αναμφίβολα, το όριο του 1 MW σε γη υψηλής παραγωγικότητας ορθώς εφαρμόστηκε και σωστά δεν επιτράπηκε σε πάρκα μεγαλύτερης ισχύος, για παράδειγμα 100 MW, που απαιτούν 1.500-2.500 στρέμματα, να μπορούν να αναπτυχθούν σε αγροτεμάχια υψηλής παραγωγικότητας. Θα ήθελα, μάλιστα, να συγχαρώ την κυβέρνηση που αντιστάθηκε, ενώ οι πιέσεις ήταν μεγάλες, ακόμα και από περιβαλλοντικές οργανώσεις, εντός της Βουλής.

Το νόημα της ρύθμισης αυτής είναι το εξής: Ένας αγρότης ή ένας μικρός επιχειρηματίας μπορεί να έχει το φωτοβολταϊκό πάρκο του, έκτασης έως 16 – 20 στρεμμάτων, δίπλα στα χωράφια του, κοντά στο χωριό του, κοντά στο χώρο επαγγελματικού ή γενικού ενδιαφέροντός του, και να μη χρειάζεται να διανύει μεγάλη απόσταση, για παράδειγμα 100 χιλιομέτρων, για να επισκεφτεί ή να συντηρήσει το πάρκο του. Το γεγονός ότι καταλαμβάνει γη υψηλής παραγωγικότητας δεν είναι τόσο σημαντικό, δεδομένου ότι υπάρχει ο περιορισμός του 1%, δηλαδή οι εκτάσεις αυτές δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 1% της καλλιεργήσιμης γης ενός νομού, δηλαδή μίας Περιφερειακής Ενότητας.

Ταυτόχρονα, στον αγρότη ή το μικρό επιχειρηματία δίνεται η δυνατότητα να εξασφαλίσει την εύρεση διαθέσιμου δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ. Ως γνωστόν, συνήθως δίκτυο υπάρχει σε καλλιεργήσιμη περιοχή. Έτσι, ένας μικρομεσαίος παραγωγός μπορεί να δημιουργήσει φωτοβολταϊκό πάρκο και να είναι ανταγωνιστικός, χωρίς να προκαλούνται μεγάλες επιβαρύνσεις για το περιβάλλον.

Από την άλλη πλευρά, πολύ σωστά δεν επέτρεψε η κυβέρνηση τη δυνατότητα εγκατάστασης πάρκου, ισχύος μεγαλύτερης του 1 MW, σε γη υψηλής παραγωγικότητας. Οι ιδιοκτήτες μεγάλων πάρκων, ισχύος 50 έως 100 MW, αλλά και μικρότερων εγκαταστάσεων, εάν κινηθούν συλλογικά, όπως τους δίνει πλέον δυνατότητα ο νόμος, έχουν την ευκαιρία να δημιουργήσουν νέα χωρητικότητα στο δίκτυο διανομής, αναπτύσσοντας καινούργιους υποσταθμούς. Αυτοί οι υποσταθμοί δε χρειάζεται να εγκατασταθούν σε περιοχές με υψηλή παραγωγικότητα. Μπορεί να επιλεγούν αγροτεμάχια χαμηλής παραγωγικότητας ή ακόμα και χέρσα για τέτοιες επενδυτικές κινήσεις. Συνεπώς, η επιλογή της κυβέρνησης ήταν ιδιαίτερα εύστοχη.

Ωστόσο, οφείλουμε να τονίσουμε ότι η ΠΟΣΠΗΕΦ εμμένει στην πρόταση που έχει εγκαίρως καταθέσει και σύμφωνα με την οποία δε θα πρέπει να απαιτείται οποιαδήποτε βεβαίωση υψηλής παραγωγικότητας για την κατάθεση αίτησης χορήγησης όρων σύνδεσης προς τον ΔΕΔΔΗΕ. Πιστεύουμε ότι θα πρέπει απλώς να κοινοποιείται το σχετικό αίτημα στην αρμόδια υπηρεσία. Όταν και εάν το όριο του 1% ανά Περιφερειακή Ενότητα καλυφθεί, τότε η αρμόδια υπηρεσία θα μπορεί να ενημερώνει σχετικώς τον ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ. Η εφαρμογή μιας τέτοιας ρύθμισης θα επιταχύνει την εκτέλεση νέων επενδύσεων και θα απεμπλέξει την όλη διαδικασία από τα γρανάζια της γραφειοκρατίας, εξοικονομώντας χρόνο τουλάχιστον 4 μηνών.

f20f3f72e71ef1a99e694cb67938c610 XL

Πέρα από την ανωτέρω ρύθμιση, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχει ήδη δρομολογήσει τις πρώτες παρεμβάσεις για την επιτάχυνση των επενδύσεων σε ΑΠΕ, περιλαμβάνοντας σε αυτές και αλλαγές στην περιβαλλοντική αδειοδότηση. Εκτιμάτε ότι το υφιστάμενο καθεστώς έκδοσης περιβαλλοντικών αδειών «φρενάρει» την ανάπτυξη μικρών φωτοβολταϊκών έργων και ότι, κατά συνέπεια, επιδέχεται βελτίωσης;
Μέχρι πρότινος οι δυνάμεις της γραφειοκρατίας ζούσαν και βασίλευσαν, υψώνοντας σημαντικά εμπόδια και προκαλώντας χρονοβόρες καθυστερήσεις κατά τη διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Μάλιστα, όταν επρόκειτο για μεγάλες επενδύσεις σε ΑΠΕ, οι καθυστερήσεις έφταναν ακόμη και τα δέκα χρόνια!
Ωστόσο, με την πρόσφατη θέσπιση νέου νόμου, του νόμου 4685/2020 για τον εκσυγχρονισμό της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και την εναρμόνισή της με το ευρωπαϊκό δίκαιο, κερδήθηκε μία πρώτη, καθοριστική μάχη, όσον αφορά στην απλούστευση των σχετικών διαδικασιών.
Μάλιστα, στην παρούσα συγκυρία, που η χώρα μας έχει εξέλθει με επιτυχία από τους περιορισμούς κατά της πανδημίας της COVID-19, ο εκσυγχρονισμός της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και κυρίως η απλούστευση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης αποτελούν πρωταρχικές προϋποθέσεις για δυναμική επανεκκίνηση της οικονομίας.
Ως επόμενο βήμα άμεσης απόδοσης θα μπορούσε να προωθηθεί η σύσταση Γραφείου Αναφοράς στο Υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας, στο οποίο θα μπορούσαν να προσφεύγουν οι παραγωγοί κάθε φορά που ανακύπτει ζήτημα σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, ώστε αυτό να αντιμετωπίζεται αμέσως.
Βεβαίως, η γραφειοκρατία είναι ακόμη παρούσα στην Ελλάδα. Παραμένει η σημαντικότερη παθογένεια της χώρας μας και απομυζά την ικμάδα της, παρεμποδίζοντας την υγιή ανάπτυξη.
Για το λόγο αυτό, όπως επισημάναμε και στο νέο κύκλο διαβούλευσης που εγκαινίασε εντός του Μαΐου το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά βήματα, για να αρθούν οριστικά τα υφιστάμενα εμπόδια, να διευκολυνθούν οι μικρομεσαίοι παραγωγοί και να επιταχυνθούν οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η όλη προσπάθεια οφείλει να είναι διαρκής και συντονισμένη, για να αποδώσει γόνιμους καρπούς.

Παράλληλα, σε πρόσφατη ανακοίνωση της ΠΟΣΠΗΕΦ, επισημαινόταν ότι μεγάλο «αγκάθι» για τα πάρκα μικρής ισχύος (έως 1 ΜW) αποτελούν οι μεγάλες καθυστερήσεις που σημειώνονται στην έκδοση οριστικών όρων σύνδεσης. Πόσο οξύ είναι αυτή τη στιγμή το πρόβλημα και με ποιον τρόπο επηρεάζει τα οικονομικά δεδομένα ανάπτυξης των έργων αυτής της κατηγορίας, τόσο εντός όσο και εκτός διαγωνισμών;
Ορθώς επισημαίνετε ότι το ζήτημα αυτό είναι οξύ, για να μην πούμε εκρηκτικό. Σήμερα υπάρχουν σε όλη τη χώρα αρκετές φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, ισχύος 1 MW/p, που έχουν δηλώσει ετοιμότητα, αλλά δεν έχουν συνδεθεί οριστικά στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ και οι κάτοχοί τους περιμένουν να ικανοποιηθεί το αίτημά τους επί μακρύ χρονικό διάστημα.
Η καθυστέρηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να παραμένουν δεσμευμένα σημαντικά οικονομικά κεφάλαια που έχουν ήδη διατεθεί για την αποπεράτωση των εγκαταστάσεων, ενώ ταυτοχρόνως καλλιεργείται κλίμα αβεβαιότητας και επιφυλακτικότητας στις τάξεις των νέων υποψήφιων επενδυτών. Επιπλέον, ορατός διαγράφεται ο κίνδυνος να εξωθηθεί τελικώς ο επενδυτής σε απώλεια υψηλότερης τιμής, χωρίς ο ίδιος να ευθύνεται.

Ο επενδυτής δεν είναι δυνατόν να μη γνωρίζει εκ των προτέρων ποια τιμή θα ισχύσει για το πάρκο που κατασκευάζει και κατ΄ ουσίαν να «τιμωρείται», χωρίς υπαιτιότητά του, με μείωση της τιμής αναφοράς, όταν έρχεται η ώρα της σύνδεσης στο δίκτυο. Σε αρκετές περιπτώσεις, όταν οι επενδυτές λαμβάνουν τελικώς όρους οριστικής σύνδεσης, η προσφερόμενη τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος είναι πολύ χαμηλή, σε σχέση με αυτήν που ίσχυε κατά την αρχική αίτηση.

the President
Κατά τη γνώμη σας, πώς θα ήταν δυνατόν να διασφαλισθεί ότι δεν θα αλλάζουν οι όροι εμπορικής αξιοποίησης των πάρκων, λόγω τέτοιων καθυστερήσεων στην ανάπτυξή τους, για τις οποίες δεν ευθύνεται ο επενδυτής; Από την άλλη πλευρά, ποιες λύσεις θα μπορούσαν να δρομολογηθούν σχετικά άμεσα, ώστε να επιταχυνθεί η διεκπεραίωση των αιτημάτων από τον ΔΕΔΔΗΕ;
H ΠΟΣΠΗΕΦ, προβλέποντας αρκετούς μήνες νωρίτερα ότι τέτοιες καθυστερήσεις, όπως αυτές που υποδεικνύετε, σε περιόδους αλλαγής τιμών θα καλλιεργούσαν δυσάρεστο κλίμα τόσο για τον ΔΕΔΔΗΕ όσο και για τους επενδυτές, προχώρησε σε διαβουλεύσεις με τη διοίκηση του ΔΕΔΔΗΕ και κατέθεσε τη δική της πρόταση. Η πρόταση αυτή δεν είναι, βεβαίως, καινούργια. Είναι πάγιο αίτημα του κλάδου μας. Το συζητήσαμε έντονα και με την προηγούμενη ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Σχετικό δελτίο Τύπου είχε εκδοθεί στις 18 Απριλίου 2019 με τίτλο «Οριστικοποίηση τιμής με δήλωση ετοιμότητας και όχι με ηλέκτριση».
Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, η τιμή ενός φωτοβολταϊκού σταθμού θα πρέπει να «κλειδώνει» με την υποβολή δήλωσης ετοιμότητας και όχι με τη σύνδεση του σταθμού στο δίκτυο. Είναι βεβαίως αυτονόητο είναι ότι η ετοιμότητα του σταθμού θα πρέπει να επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον ΔΕΔΔΗΕ, στελέχη του οποίου θα εκδίδουν, άλλωστε, τη σχετική βεβαίωση.
Η πρόταση αυτή έτυχε θετικής υποδοχής από τον ΔΕΔΔΗΕ, καθώς θεωρήθηκε – και είναι – λογική και δίκαιη.
Όσον αφορά στην ταχύτερη διεκπεραίωση αιτημάτων που κατατίθενται στον ΔΕΔΔΗΕ, θα μπορούσε να διασφαλιστεί με την πρόσληψη εποχικού προσωπικού, μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι διαδικασίες πρόσληψης μέσω ΑΣΕΠ. Επίσης είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι έχει ήδη αρχίσει να ανατίθεται έργο σε ιδιώτες μελετητές. Με τον τρόπο αυτόν είναι εφικτό να περιοριστούν οι σημερινές καθυστερήσεις.

Πιστεύετε ότι στις καθυστερήσεις είχε παίξει ρόλο και η καθολική προτεραιότητα των ενεργειακών κοινοτήτων;
Τώρα ανακινείτε ένα θέμα πολύ βαθύ. Πρέπει να σας το αναλύσω περαιτέρω, αλλά αρχικώς οφείλω να υπογραμμίσω ότι οι ενεργειακές κοινότητες δεν ευθύνονται σε καμία περίπτωση για καθυστερήσεις, όσον αφορά στο θέμα της χορήγησης όρων σύνδεσης συνολικά σε μικρομεσαίους επενδυτές.
Οφείλω επίσης να σημειώσω ότι το θέμα των ενεργειακών κοινοτήτων δίχασε βαθιά τους φωτοβολταϊκούς παραγωγούς. Μάλιστα, η ΠΟΣΠΗΕΦ κατηγορήθηκε ότι ευνόησε τις ενεργειακές κοινότητες.
Ωστόσο, η Ομοσπονδία δεν έχει να κρύψει τίποτα, όπως συμβαίνει πάντα. Καταρχάς, θέλω να τονίσω ότι η Ομοσπονδία δεν νομοθετεί. Νομοθετεί η Βουλή.
Κατά δεύτερο λόγο, ο θεσμός των ενεργειακών κοινοτήτων δεν είναι τίποτα άλλο παρά η θέσπιση κινήτρων, προκειμένου η φωτοβολταϊκή παραγωγή να συγκεντρωθεί σε μεγαλύτερα σχήματα. Το 2009 η τιμή της κιλοβατώρας που παραγόταν από φωτοβολταϊκά έργα ήταν 0,45€. Σήμερα έχει διαμορφωθεί σε 0,068€, ενώ σε δέκα χρόνια μπορεί να υποχωρήσει σε 0,02€. Προκειμένου η παραγωγή να αντεπεξέλθει σε τέτοια χαμηλή τιμή, τα σχήματα πρέπει να είναι μεγάλα.
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία ήταν υπέρ της κοινωνικής οικονομίας, προέκρινε την ενίσχυση ενός τέτοιου συνεταιριστικού θεσμού. Μία άλλη κυβέρνηση μπορεί να επέλεγε κάτι διαφορετικό, όπως τη δυνατότητα ίδρυσης πολυμετοχικής ανώνυμης ενεργειακής εταιρίας. Όμως δεν έχει σημασία αυτό. Σημασία έχει ότι προτάθηκε και πριμοδοτήθηκε ένας συγκεκριμένος τρόπος συγκέντρωσης της φωτοβολταϊκής ισχύος.
Η αλήθεια είναι ότι η ΠΟΣΠΗΕΦ όντως διαφήμισε το θεσμό των ενεργειακών κοινοτήτων και τον υποστήριξε. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι αδιαφόρησε για τους ιδιώτες παραγωγούς.
Εάν θέλετε να προσεγγίσουμε αντικειμενικά το θέμα της χρονικής προτεραιότητας των ενεργειακών κοινοτήτων, θα έλεγα ότι ήταν σε κάποιο βαθμό άδικο, όχι τόσο για τους φωτοβολταϊκούς παραγωγούς, αλλά για τους φορείς άλλων τεχνολογιών.
Για παράδειγμα, στην περίπτωση ενός υδροηλεκτρικού πάρκου η αναμονή για την εξασφάλιση των απαιτούμενων περιβαλλοντικών αδειών μπορεί να φτάσει έως και τα 6-7 χρόνια. Όταν ολοκληρωθεί η κατασκευή του και φτάσει η ώρα ο επενδυτής να υποβάλει αίτηση προς το ΔΕΔΔΗΕ για τη χορήγηση οριστικών όρων σύνδεσης, μπορεί να έρθει ενεργειακή κοινότητα έπειτα από 8-9 μήνες και να καταλάβει το διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο.
Σε κάθε περίπτωση η ΠΟΣΠΗΕΦ είναι συνδικαλιστικό όργανο των φωτοβολταϊκών παραγωγών. Για τις αδικίες σε βάρος επενδυτών άλλων τεχνολογιών υπάρχουν άλλοι αρμόδιοι φορείς.
Εξάλλου, η ΠΟΣΠΗΕΦ, μόλις ενημερώθηκε από τους εκπροσώπους του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, πριν ακόμη ψηφιστεί ο νέος νόμος, έσπευσε να ενημερώσει τις γενικές συνελεύσεις των συλλόγων της και διοργάνωσε ειδικές εκδηλώσεις στη Θεσσαλονίκη, τις Σέρρες και την Κατερίνη, για να προτείνει στους παραγωγούς, που είναι μέλη των συλλόγων της, να συστήσουν ενεργειακές κοινότητες, καθώς τα κίνητρα ήταν πολύ ισχυρά.

Επομένως, θεωρείτε ότι δεν ευσταθεί η κριτική που έχει δεχθεί η Ομοσπονδία σχετικά με την προώθηση του θεσμού των ενεργειακών κοινοτήτων;
Η κριτική προς τη διοίκηση της ΠΟΣΠΗΕΦ θα ήταν δεκτή, εάν αυτή λάμβανε την πληροφορία και την κρατούσε για το εαυτό της. Αντιθέτως, εμείς, πριν ακόμα ψηφιστεί ο νόμος, σπεύσαμε με ανακοινώσεις, δελτία Τύπου, ενημερωτικές παρουσιάσεις σε συλλόγους και ειδικές ημερίδες, σε συνεργασία με το υπουργείο, να συστήσουμε στους παραγωγούς να ιδρύσουν ενεργειακές κοινότητες. Όπως προανέφερα, τα κίνητρα ήταν πολύ ισχυρά και μεταξύ αυτών συμπεριλαμβανόταν και η θέσπιση χρονικής προτεραιότητας, όσον αφορά στη σύνδεση στο δίκτυο.
Εξάλλου, πρώτοι εμείς εντοπίσαμε το πρόβλημα της συσσώρευσης μεγάλου αριθμού αιτήσεων στις Περιφερειακές Διευθύνσεις του ΔΕΔΔΗΕ και κρούσαμε τον κώδωνα του κινδύνου, προκαλώντας συναντήσεις σε επίπεδο Περιφερειακών Διευθύνσεων και υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ήδη από τον Αύγουστο του 2019. Όταν δεν υπάρχει προσωπικό αξιολόγησης των αιτήσεων, όλοι πλήττονται – και οι ιδιώτες και οι ενεργειακές κοινότητες. Βεβαίως, οι ιδιώτες αντιμετώπιζαν μεγαλύτερη καθυστέρηση. Το πρόβλημα όμως δεν ήταν η χρονική προτεραιότητα. Ήταν η έλλειψη προσωπικού υποδοχής και αξιολόγησης των αιτήσεων.
Με τις πιέσεις και τις παρεμβάσεις μας πετύχαμε να αυξηθεί ο αριθμός των εγκρίσεων όρων σύνδεσης από 30 το μήνα σε 150 το μήνα. Προσελήφθη έκτακτο προσωπικό και ανατέθηκαν και μελέτες σε ιδιώτες. Εάν ο ρυθμός των εγκρίσεων ήταν από την αρχή ο ίδιος, η προτεραιότητα των ενεργειακών κοινοτήτων δε θα γινόταν διόλου αισθητή. Το πρόβλημα ήταν και είναι η υποστελέχωση του ΔΕΔΔΗΕ.
a859433e6bb25749f9ce3ef8bb2b6097 XL
Η δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης μικρών φωτοβολταϊκών έργων θα εξαρτηθεί κατά κύριο λόγο από τη διαθέσιμη χωρητικότητα του δικτύου διανομής. Μάλιστα, η ΠΟΣΠΗΕΦ έχει αναφέρει χαρακτηριστικά πως οι μικρομεσαίοι παραγωγοί είναι σήμερα απολύτως εξαρτημένοι από τις δυνατότητες του ΔΕΔΔΗΕ. Σε αυτό το πλαίσιο, ποιες είναι κατά τη γνώμη σας οι προϋποθέσεις ώστε να διασφαλισθεί πως η έλλειψη ηλεκτρικού «χώρου» δεν θα αποτελέσει τροχοπέδη για τους μικρομεσαίους παραγωγούς;
Πράγματι, όπως έχουμε επισημάνει, το δίκτυο διανομής του ΔΕΔΔΗΕ έχει κορεστεί και η χωρητικότητά του βρίσκεται πλέον «στο κόκκινο». Αυτή η κατάσταση επιφέρει σημαντικό πλήγμα κυρίως στους μικρομεσαίους επενδυτές, οι οποίοι αδυνατούν να προβούν σε νέες επενδύσεις και αποθαρρύνονται. Αντιθέτως, οι μεγάλοι επενδυτές δε συναντούν ιδιαίτερα εμπόδια, καθώς έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν νέο ηλεκτρικό χώρο, προχωρώντας στην κατασκευή υποσταθμών, ισχύος 50 MW ή 100 MW.
Εκ των πραγμάτων, είναι βεβαίως αδύνατον να συγκεντρωθούν 200 μικροί ή μεσαίοι παραγωγοί, να συνεννοηθούν μεταξύ τους και να προχωρήσουν στην κατασκευή νέου υποσταθμού, για παράδειγμα 100 ΜW. Έτσι, οι μικρομεσαίοι παραγωγοί παραμένουν δυστυχώς σήμερα, όπως έχουμε τονίσει, όμηροι του ΔΕΔΔΗΕ.
Είναι αλήθεια ότι με το τελευταίο άρθρο του νόμου 4685/2020, το άρθρο 135, δίνεται η δυνατότητα σε φωτοβολταϊκούς παραγωγούς μικρής ισχύος να υποβάλουν στον ΑΔΜΗΕ κοινό αίτημα για δημιουργία υποσταθμού, αρκεί να συγκεντρωθεί ισχύς μεγαλύτερη των 8 ΜW και να οριστεί ένας εκπρόσωπος. Το μέτρο αυτό είναι πολύ σωστό και εύστοχο, αλλά αφορά κατά βάση μεσαίους παραγωγούς και ενεργειακές κοινότητες. Όπως προανέφερα, είναι πολύ δύσκολο να συνεννοηθούν δεκάδες παραγωγοί, για να συγκεντρώσουν ικανοποιητική ισχύ, που θα μπορεί, αλλά και θα συμφέρει να γίνει υποσταθμός – τουλάχιστον 50 MW/p.
Για τους λόγους αυτούς ζητούμε να επιτραπεί στον ΔΕΔΔΗΕ να επεκτείνει κατά τους αμέσως επόμενους μήνες τους υφιστάμενους υποσταθμούς του, το κόστος κατασκευής των οποίων θα χρεώσει στους παραγωγούς ΑΠΕ. Στη συνέχεια, με βάση τις μελέτες επέκτασης, ο ΔΕΔΔΗΕ θα πρέπει να προχωρήσει στην έκδοση όρων σύνδεσης για πάρκα ισχύος έως 1MW.

Ο χρόνος όμως που θα χρειάζεται για να υλοποιηθεί η επέκταση ενός υποσταθμού δεν θα προκαλεί καθυστέρηση στην υλοποίηση των πάρκων τα οποία πρόκειται να συνδεθούν σε αυτόν;

Όντως, επειδή η κατασκευή υποσταθμών είναι εκ των πραγμάτων χρονοβόρα διαδικασία, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα, ώστε, όταν για τη σύνδεση ενός πάρκου θα απαιτείται επέκταση ή κατασκευή νέου υποσταθμού, η τιμή να «κλειδώνει», μέχρι να τεθεί σε λειτουργία ο εκάστοτε υποσταθμός.Ανάλογη ρύθμιση είχε θεσπιστεί με το νόμο 4093/2012, κυρίως για τα πάρκα με ισχύ μεγαλύτερη των 10MW. Χάρη σ΄ αυτήν τη ρύθμιση, η τιμή παρατεινόταν για δώδεκα (12) μήνες από τη δημοσίευση του νόμου, όταν για τη σύνδεση των πάρκων απαιτούνταν κατασκευή υποσταθμού υψηλής ή μέσης τάσης.

Το «κλειδί» για την ορθή εφαρμογή των προτάσεών μας είναι αφενός μεν να επιτραπεί στον ΔΕΔΔΗΕ να μετακυλήσει το κόστος επέκτασης στους ιδιοκτήτες των φωτοβολταϊκών σταθμών που θα συνδεθούν στο δίκτυο, αφετέρου δε να καταργηθεί η ΕΠΟ για την επέκταση υφιστάμενου υποσταθμού του ΔΕΔΔΗΕ, ισχύος έως 100 MW.
Oλοκληρώνοντας, θα ήθελα να σημειώσω ότι, για να καταστεί εφικτή η πρόσβαση των μικρομεσαίων επενδυτών στο ενεργειακό γίγνεσθαι, δύο είναι τα κυρίαρχα ζητήματα:
Πρώτον, να οριστικοποιείται η τιμή αναφοράς ενός φωτοβολταϊκού πάρκου με την υποβολή δήλωσης ετοιμότητας.
Δεύτερον, να προχωρήσει αμέσως ο ΔΕΔΔΗΕ στην επέκταση των υφιστάμενων υποσταθμών του με την τοποθέτηση ενός μετασχηματιστή. Θα μπορούσε το κόστος αυτό να πληρωθεί από τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς και να θεσπιστεί απαλλαγή από ΕΠΟ για την τοποθέτηση ενός μετασχηματιστή ανά υφιστάμενο υποσταθμό του ΔΕΔΔΗΕ.
Αλλιώς οι μικρομεσαίοι παραγωγοί θα αποκλειστούν οριστικά από τις ενεργειακές επενδύσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

To email σας δεν θα δημοσιευθεί.Υποχρεωτικά πεδία * *

*

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.